Το Αγιοβασιλιάτικο δώρο του Κωνσταντή
του Σάκη Λιπορδέζη
Ο Κωνσταντής, παιδί προσφύγων που ήρθαν στην Ελλάδα το 1985 από την περιοχή της Σαμψούντας όχι πολύ μακριά από την Παναγία Σουμελά.
Η μητέρα του δασκάλα και ο πατέρας του Μαθηματικός. Η πραγματικότητα στην Ελλάδα ήταν σκληρή για αυτούς. Η δασκάλα η μάνα του, η κυρά-Ειρήνη, μία αδυνατούλα κάτω από 60 κιλά, δεν κατάφερε πέρα από καθαρίστρια σε σκάλες οικοδομών να τακτοποιηθεί σε κάποια υπηρεσία του Δήμου. Σύντομα ασθένησε και αναγκάστηκε να περιοριστεί στα οικιακά καθήκοντα. Ο πατέρας του, ο κυρ-Γιάννης, κατάφερε να δουλεύει ευκαιριακά ως βοηθός σε άλλους συμπατριώτες του που ήρθαν από εκείνα τα μέρη και έκαναν οικοδομικές εργασίες και ελαιοχρωματισμούς.
Ο Κωνσταντής και η μικρή του αδερφή Νατάσα αντιμετώπιζαν με έκσταση τη σκληρή πραγματικότητα. Σκυμμένο το κεφάλι στο δρόμο, στον αυλόγυρο, ανύπαρκτο το χαμόγελο. Καλά παιδιά. Ήσυχα. Μεγαλωμένα ολοφάνερα με σεμνότητα και παιδαγωγική.
Όταν ο Κωνσταντής έφτασε στο λύκειο παρότι ήταν ιδιαίτερα ευφυής, δυσκολεύτηκε αρκετά. Του έλειπε το φροντιστήριο αλλά κυρίως ο ηλεκτρονικός υπολογιστής, το κινητό και ακόμη περισσότερο το διαδίκτυο, στο οποίο θα έβρισκε ό,τι γνώση αναζητούσε. Είχε δίψα για να μάθει. Δεν είχε την πηγή. Δεν είχε την βρύση. Ένα μεσημέρι ζήτησε από τον διευθυντή του σχολείου, αν γίνεται να μείνει στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της αίθουσας να ψάξει κάποια πράγματα για τη Φυσική και την Ιστορία.
Ο καλόβολος διευθυντής προσφέρθηκε λέγοντάς του ότι θα φύγει αργά ο ίδιος επειδή είχε να τακτοποιήσει τις βαθμολογίες. Έτσι έφυγε στις 4:00 το απόγευμα. Ο διευθυντής έφυγε με το αυτοκίνητό του και ο Κωνσταντής όπως πάντα σκυφτός και σκεφτικός και φυσικά πεινασμένος βάδιζε προς το σπίτι του. Στην έξοδο του σχολείου εκεί που οι μαθητές αφήνουν τα ποδήλατά τους βλέπει ανάμεσα στα χαμηλά χόρτα που παραμένουν στη γωνία του αυλότοιχου ένα σύγχρονο smart κινητό. Το πιάνει στα χέρια του. Νιώθει την καρδιά του να χτυπάει έντονα. Μένει ακίνητος για αρκετή ώρα, οι σκέψεις που τον πλημμυρίζουν κοντεύουν να «πνίξουν» τον εγκέφαλο του και έτσι δεν μπορεί να (δώσει εντολή για βηματισμό). Το τηλέφωνο αυτό θα του έλυνε το μεγάλο του πρόβλημα. Θα αποτελούσε το μεγάλο εφαλτήριο για να ξεπεράσει τα όριά του. Να ονειρευτεί αυτά που μέχρι τώρα δεν τόλμησε όχι να πει στην ίδια του τη μάνα αλλά και στον ίδιο του τον εαυτό. Όμως δεν ήταν δικό του. Ανήκε σε άλλον, ο οποίος ίσως τώρα και να έκλαιγε, γιατί έχασε τους φίλους του, την επικοινωνία του, ένα μεγάλο μέρος της ζωής του.
Με αυτές και άλλες παρόμοιες σκέψεις νιώθει την ζυγαριά να γέρνει προς το δίκιο και όχι προς το συμφέρον του και τα όνειρά του. Κι ήταν τόσο σημαντικό για αυτόν. Θα του άλλαζε τη ζωή.
Έτσι λοιπόν ο Κωνσταντής φτάνει στο σπίτι και το οικογενειακό συμβούλιο παρά τις γκρίνιες και αντιδράσεις της μικρής Νατάσας, η οποία ανήκει ακόμη στο παιδικό πλαίσιο των διεκδικήσεων και αποκτημάτων, καταλήγει στην απόφαση να παραδώσει ο Κωνσταντής την επομένη το τηλέφωνο στο διευθυντή.
Έτσι και έγινε. Το τηλέφωνο ήταν της Αλεξίας. Ένα πλουσιοκόριτσο αλλά καλό παιδί της Α΄ Λυκείου.
Όταν ο διευθυντής είπε στον Κωνσταντή να της παραδώσει το τηλέφωνο η Αλεξία αυθόρμητα εντελώς και κρατώντας με το ένα χέρι το τηλέφωνο χοροπηδάει στην αγκαλιά του και του δίνει ένα αυθόρμητο φιλί μεταξύ μάγουλου και αυτιού.
Ήταν το πρώτο φιλί της ζωής του, που δεν θα ξεχάσει ποτέ. Η αξία του κινητού του τώρα φάνταζε πολύ μικρή, στην εφηβική του φαντασία.
Την επόμενη μέρα τα σχολεία έκλεισαν για τα Χριστούγεννα. Ο Κωνσταντής στο σπίτι περνάει τις μέρες του βουτηγμένος στα σχολικά βιβλία. Εξωσχολικά βιβλία δεν έχει. Υπολογιστή δεν έχει. Κινητό δεν έχει. Συμμαθητές και φίλους να είναι στην ίδια κατάσταση εκτός από τον Γιώργη δεν έχει. Μ’ αυτόν καμιά βόλτα και φιλοσοφούν τη ζωή ή το μέλλον ή το δύσκολο παρελθόν στα προσχολικά χρόνια στην διαταραγμένη περιοχή που γεννήθηκαν.
Παραμονή Πρωτοχρονιάς. Ήταν λίγο μετά τις 11:00 το πρωί που χτυπάει το κουδούνι. «Κωνσταντή άνοιξε γιατί έχουμε βρεγμένα χέρια» φωνάζει η μητέρα του που ζύμωνε την βασιλόπιτα.
Στην είσοδο ένας μεσήλικας καλοντυμένος κύριος και δίπλα του η Αλεξία. «Κωνσταντή από δω ο πατέρας μου. Σας φέραμε έτσι για το καλό του χρόνου κάποια δώρα. Έτσι για ευχαριστίες. Καλή χρονιά». «Βρε Κωνσταντή πες τους ανθρώπους να περάσουν. Τι κάθεσαι σαν άγαλμα μπροστά τους» ακούγεται η κυρά Ειρήνη που ήρθε να δει τι γίνεται. Ο Κωνσταντής λέξη δεν μπορούσε να αρθρώσει. Πέρασαν μέσα.
Η Αλεξία επέμενε να ανοίξει ο Κωνσταντής το δώρο του. Η Νατάσα ήδη το είχε ανοίξει και ορμούσε στην αγκαλιά της Αλεξίας να την φυλάει από δω και από κει. Η κούκλα μιλούσε, ότι έλεγες, έλεγε και αυτή. Του Κωνσταντή τα χέρια τρέμουν, Νιώθει πως δεν ξέρει τι να κάνει για να ανοίξει το κουτί. Το ανοίγει η Αλεξία. Είναι ένα σύγχρονο smart κινητό. «Κωνσταντίνε σου κάναμε και σύνδεση με πρόγραμμα για δύο χρόνια. Ο λογαριασμός θα έρχεται στον μπαμπά».
Όμως ο Άη-Βασίλης φαίνεται πως δεν πήρε δώρο μόνο για τον Κωνσταντή. Ο πατέρας της Αλεξίας πήρε τον πατέρα του Κωνσταντή τον κυρ-Γιάννη για επιστάτη στο εργοτάξιό του με πολύ καλό μισθό.
Δεν υπάρχουν άλλοι στον κόσμο που να πιστεύουν περισσότερο από αυτούς στην ύπαρξή του Άη Βασίλη.
Αρκετά χρόνια αργότερα όλοι στην οικογένεια μιλούσαν για την προτού Άη-Βασίλη ζωή τους και την μετά Άη-Βασίλη.
Ο Κωνσταντής πέρασε πρώτος στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο και μετά το πρώτο έτος τον κάλεσε το Χάρβαρντ με υποτροφία. Σήμερα διδάσκει στο πανεπιστήμιο θεωρία δικτύων και θεωρία του Χάουζ και της πολυπλοκότητας.
αγαπητοί μας μαθητές κι όμως υπάρχει Ο ΑΗ-ΒΑΣΙΛΗΣ.
Καλή χρονιά
